Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Οι νίκες του Μανιάκη στη Σικελία.1039 μ.Χ.

Οι νίκες του Μανιάκη στη Σικελία.1039 μ.Χ.

«Μόλις ο πατρίκιος Γεώργιος Μανιάκης έφθασε στη Σικελία, οι άρχοντές της και αδελφού συνθηκολόγησαν ο ένας με τον άλλο και έσπευδαν να τον διώξουν από το νησί. Γι΄αυτό κι εκάλεσαν από την Αφρική συμμάχους, ένα στρατό από πενήντα χιλιάδες. Σαν έφθασαν αυτοί, έγινε μάχη κρατερή σε αυτά που λένε Ρήματα και ο Μανιάκης νίκησε κατά κράτος τους Καρχηδονίους κι έγινε τέτοιο φονικό, ώστε πλημμύρισε με αίμα το ποτάμι που έτρεχε κοντά. Μετά από αυτό κυρίευσε και πόλεις δεκατρείς στη Σικελία και προχωρώντας λίγο λίγο θα κατελάμβανε και όλο το νησί.»



Χρονογραφία Ιωάννου Σκυλίτση,Μιχαήλ ο Παφλαγών, εκδόσεις Μίλητος

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Ο Ανδρόνικος Β΄,η γούνα αλεπούς και ο υπηρέτης.

Ο Ανδρόνικος Β΄,η γούνα αλεπούς και ο υπηρέτης.

« Για να δείξω , λοιπόν, την ποιότητα του χαρακτήρα του, θα αναφέρω ένα ή δύο περιστατικά. Λίγο πριν πεθάνει, ζούσε μέσα στη φτώχεια και στη στέρηση των απολύτως αναγκαίων, και επειδή δεν μπορούσε να αντέξει καθόλου το βαρύ ψύχος- μέσα στη καρδιά του χειμώνα- ,παράγγειλε να του ετοιμάσουν ένα σκέπασμα από γούνα αλεπούς. Καταμετρήθηκε, λοιπόν, όλη η περιουσία του, και βρέθηκε ότι δεν είχε παρά μόνο τρία νομίσματα, επομένως αναγκαστικά  με αυτά θα έπρεπε να αγοραστεί η γούνα της αλεπούς, για να τον προφυλάσσει από το κρύο. Αλλά πριν καλά πραγματοποιηθεί το σχέδιό του, ήρθε κάποιος από τους παλιούς του υπηρέτες και του παρουσίασε την τραγική του κατάσταση, αποτέλεσμα της φτώχειας του, που σίγουρα θα τον οδηγούσε στο θάνατο. Αυτό λύγισε το γηραιό Ανδρόνικο, που έβγαλε και του έδωσε τα τρία εκείνα νομίσματα, προτιμώντας να πεθάνει ο ίδιος παρά να αφήσει να υποφέρουν οι άλλοι, όσο, βέβαια, περνούσε από το χέρι του. Αυτό είναι το τεκμήριο της φιλεύσπλαχνης διάθεσής του.»
Ο Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος, σε χρυσόβουλό του στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας.http://www.byzantinemuseum.gr/pictures/b_2041_534_b.jpg

ο Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος στην Ι.Μ.Προδρόμου στις Σέρρες.https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/0/0c/Serres_IM_Prodromou_Andronicos.jpg/250px-Serres_IM_Prodromou_Andronicos.jpg



Ρωμαϊκή Ιστορία, Νικηφόρος Γρηγοράς, Χ 1, εκδόσεις Νέα Σύνορα- Α.Α.Λιβάνη.

Ο Μιχαήλ Θ΄ μάχεται ηρωικά .10 Ιουνίου 1305

Ο Μιχαήλ Θ΄ μάχεται ηρωικά .10 Ιουνίου 1305. Στους Άπρους, εναντίον Κατελανών και τούρκων συμμάχων τους.

 «Ο βασιλιάς Μιχαήλ, όμως, βλέποντας τις τάξεις του στρατού του να παθαίνουν ξαφνικά σύγχυση και ταραχή οι περισσότερες και να κοιτάνε πως θα φύγουν γρήγορα, βάλθηκε να τρέχει πάνω κάτω και να εξορκίζει τους διοικητές και τους στρατηγούς και τους λοχαγούς με δάκρυα στα μάτια, ικετεύοντάς τους να κρατήσουν την παράταξή τους και να μη χαρίσουν έτσι τη νίκη, σαν προίκα στον εχθρό. Αυτοί, όμως, ούτε που άκουγαν τα λόγια του , παρά μόνο το έβαλαν στα πόδια κι έφυγαν σαν λαγοί. Βλέποντας ο βασιλιάς ότι η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο και ότι ο εχθρός κατέσφαξε το μεγαλύτερο μέρος του πεζικού και το ποδοπατούσε ήδη μαζικά, αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να θυσιαστεί για τους υπηκόους του και να αναλάβει τον έσχατο κίνδυνο, στιγματίζοντας την αγνωμοσύνη του στρατού. Στράφηκε, λοιπόν, στους γύρω του ( κι αυτοί ήταν πολύ λίγοι) και είπε : « Έφτασε η ώρα, άνδρες, που ο θάνατος είναι καλύτερος από τη ζωή, και το να ζεις πικρότερο από το να πεθαίνεις» . Αυτά είπε και, επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού, επιτίθεται στους εχθρούς και σκοτώνει μερικούς από την εμπροσθοφυλακή και διασπά τη φάλαγγά τους, προκαλώντας τους μεγάλη ταραχή και σύγχυση.  Και παρόλο που πολλοί έριχναν ολόγυρα με τα τόξα τους, σημαδεύοντας και αυτόν και το άλογό τους, εκείνος έμεινε άτρωτος. Πέφτοντας ,όμως, το άλογο, κινδύνευσε να περικυκλωθεί από τους εχθρούς. Και ίσως να έφτανε το πράγμα σε πανωλεθρία, αν δεν έδινε αμέσως τη ζωή του κάποιος από τη συνοδεία του, για να σώσει το βασιλέα επειδή τον αγαπούσε, πρόσφερε, δηλαδή , στο βασιλέα το δικό του άλογο, με το οποίο και κατάφερε να σωθεί διαφεύγοντας τον επικρεμάμενο κίνδυνο. Ο άλλος που ξεπέζεψε, καταπατήθηκε από τους εχθρούς και ξεψύχησε.
Ο βασιλιάς Μιχαήλ, λοιπόν, φεύγει από εκεί για το Διδυμότειχο, κι ακού βαριά επίπληξη από τον πατέρα του και βασιλέα Ανδρόνικο Β΄, επειδή, ενώ ήταν βασιλιάς , δεν ενέργησε όπως ταίριαζε σε βασιλέα : περιφρονώντας με αυτό τον τρόπο τη ζωή του έθεσε αυτομάτως σε κίνδυνο μαζί με τον εαυτό του και τις τύχες των Ρωμαίων.»
o Μιχαήλ Θ΄ Παλαιολόγος εκ βυζαντινού χειρογράφου της Μοδένης.



Ρωμαϊκή Ιστορία, Νικηφόρος Γρηγοράς, VII 4, εκδόσεις Νέα Σύνορα- Α.Α.Λιβάνη.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Ο Βασίλειος Α΄ αποδίδει ισότητα.

Ο Βασίλειος Α΄ αποδίδει ισότητα.

«Τότε λοιπόν, μόλις ο Βασίλειος κάθισε στο πηδάλιο της εξουσίας, όπου προβιβάστηκε από τη θεία πρόνοια, από την πρώτη στιγμή, λένε, φρόντιζε να φανεί αντάξιος της σημασίας του πράγματος, έτσι τη νύχτα ξαγρυπνούσε και κατά τη διάρκεια της μέρας, συλλογιζόμενος τα πάντα και κάνοντας κάθε σκέψη με τον νού του, εξέταζε λεπτομερώς με ποιο τρόπο θα μπορούσε να ωφελήσει το σύνολο των υπηκόων του και πως η πολιτική κατάσταση θα μεταβαλλόταν σημαντικά κι εμφανώς προς το καλύτερο. Και πρώτα βέβαια,χωρίς να δωροδοκείται, επέλεγε και πρότεινε για τα αξιώματα τους καλύτερους απ’όλους , στους οποίους άνηκε εκ φύσεως κι  ίδιος, επειδή ήταν πραγματικά άριστοι, και πρώτο έργο μέλημα το οποίο προήλθε από τον αυστηρό έλεγχο του βασιλιά ήταν να διαφυλάξουν πρώτοι από όλους εκείνοι τα χέρια τους καθαρά από κάθε είδους δωσοληψία, έπειτα να τιμούν με τον τρόπο αυτό περισσότερο απ΄το όλες τις αρετές τη δικαιοσύνη και να προετοιμάζουν το έδαφος ώστε να επικρατήσει παντού η ισότητα και να μην καταδυναστεύονται οι φτωχοί από τους πλουσίους ούτε να τιμωρείται κανείς άδικα, αλλά να προστατεύεται ο αδύνατος και φτωχός από τα χέρια των ισχυρότερών του, και σιγά σιγά να ανακουφίσουν τους ανθρώπους που γνώριζε ότι οι ισχυροί τους τρομοκρατούσαν και τους αφάνιζαν , και να φροντίσουν να τους αποκαταστήσουν όλους στην παλιά τους ευημερία βοηθώντας τους να ανακάμψουν.

…Διότι ήταν δική του εντολή και παράγγελμα να μην καταδυναστεύεται ο ταπεινότερος από τον δυνατότερο ούτε ο υπερέχων να λοιδορείται ή να διαβάλλεται από τον φτωχό, αλλά ο πρώτος να αγκαλιάζει και να φροντίζει τον πένητα κι ο άλλος να ευλογεί τον υπερέχοντα ως κοινό πατέρα και σωτήρα και να προσεύχεται χωρίς δόλο να του δίνει ο Κύριος αγαθά.»
ο Αυτοκράτωρ Βασίλειος Α' ο Μακεδών, εκ της Χρονογραφίας Ιωάννου Σκυλίτση, Εθνική Βιβλιοθήκη Μαδρίτης.


Βίος Βασιλείου, Κωνσταντίνος Ζ΄Πορφυρογέννητος, εκδόσεις Κανάκη.

Η Καμηλοπάρδαλη, από τον Μιχαήλ Ατταλειάτη.

Η Καμηλοπάρδαλη, από τον Μιχαήλ Ατταλειάτη.

« Εκτός από τον ελέφαντα ο βασιλιάς παρουσίασε στους πολίτες και την καμηλοπάρδαλη , που του την έστειλαν από την Αίγυπτο. Το ζώο όπως και το όνομά του προέρχεται από πρόσμιξη, μια και έχει το χρώμα και τις βούλες της τίγρης και το μέγεθος της καμήλας, όπως επίσης το κεφάλι της και τον λεπτό και τεντωμένο τράχηλο , μόνον που ο τράχηλός της είναι όρθιος και όχι καμπύλος σαν της καμήλας και ούτε έχει καμπούρα στη μέση της ράχης, αλλά έχει σχήμα ευθύ από τα νώτα έως την ουρά. Όμως δεν έχει το ίδιο ύψος σε όλη την έκταση του σώματος. Το μέρος κοντά στην πλάτη ανορθώνεται, ενώ αντίθετα από τη μέση και κάτω χαμηλώνει και κονταίνει, μοιάζοντας με έναν λόφο που αρχίζει από χαμηλά να υψώνεται προς τα πάνω. Το βάδισμά της διαφέρει από εκείνο των άλλων ζώων και είναι πολύ παράξενο. Δεν σηκώνει πρώτα τα πίσω πόδια και ύστερα τα μπροστινά, αλλά εναλλάξ σηκώνει και κουνάει πότε τα δύο πόδια της μίας πλευράς μαζί και πότε της άλλης, και έτσι η κίνηση και ο διασκελισμός της έχουν μια ισόρροπη ταλάντευση.»


Ιστορία Μιχαήλ Ατταλειάτης,49-50, εκδόσεις Κανάκη.

Ο ατρόμητος Ισαάκιος Κομνηνός.

Ο ατρόμητος Ισαάκιος Κομνηνός.  (1050 – 1102/1104 μ.Χ.)

«Όσο για τον θείο μου τον Ισαάκιο, στο ανάστημα έμοιαζε με τον αδελφό του, αλλά δεν διέφερε πολύ και στα άλλα. Το πρόσωπό του ήταν λίγο χλομό, τα γένια του δεν ήταν τόσο πυκνά και, στα μάγουλά ιδίως, ήταν αραιότερα από του αδελφού του. Και οι δύο αδελφοί πήγαιναν συχνά στο κυνήγι οσάκις δεν τους κατέκλυζαν οι φροντίδες των πολυάριθμων υποθέσεων, περισσότερο όμως κι από το κυνήγι απολάμβαναν τον πόλεμο. Στις πολεμικές επιθέσεις κανείς δεν έτρεχε πιο μπροστά από τον Ισαάκιο όταν ο ίδιος διηύθυνε τη μάχη :μόλις διέκρινε τον στρατό των εχθρών, ορμούσε στο κέντρο της παράταξης τους αψηφώντας τα πάντα και σαν κεραυνός διέλυε στη στιγμή τις γραμμές τους. Αυτός είναι ο λόγος που αιχμαλωτίστηκε –κι όχι μόνο μια φορά- τότε που πολεμούσε τους Αγαρηνούς στην Ασία. Μόνο για ένα πράγμα μπορούσε κανείς να κατηγορήσει τον θείο μου όταν βρισκόταν σε πόλεμο :ότι στις επιθέσεις ήταν ακατάσχετος.»

-Ο Ισαάκιος Κομνηνός ήταν αδερφός του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού.-


Αλεξιάς, Άννα Κομνηνή, Βιβλίο Γ,Κεφάλαιο ΙΙΙ, εκδόσεις Άγρα.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Ο υπερφυσικός άνδρας συναντά τον Αλέξιο Κομνηνό.

Ο υπερφυσικός άνδρας συναντά τον Αλέξιο Κομνηνό.

«Σηκώθηκε τότε ο Ισαάκιος και, παίρνοντας το πορφυρό σανδάλι, προσπάθησε να το φορέσει στο πόδι του αδελφού του. Καθώς εκείνος αρνιόταν επίμονα, «άφησέ με», του είπε, «το θέλημα του Θεού είναι να εκπροσωπήσεις εσύ την οικογένειά μας στον θρόνο». Του θύμισε μάλιστα και την προφητεία κάποιου ανθρώπου που παρουσιάστηκε μπροστά τους περίπου στο σημείο που ονομάζεται Καρπιανού μια φορά που οι δύο τους γύριζαν σπίτι τους από το παλάτι. Είχαν πράγματι φτάσει εκεί όταν τους συνάντησε κάποιος, πλάσμα υπερφυσικό ίσως ή ενδεχομένως και άνθρωπος που είχε στα αλήθεια το χάρισμα να προβλέπει το μέλλον. Φαινομενικά έμοιαζε σαν ένας ιερέας που τους πλησίαζε ασκεπής, με κάτασπρα μαλλιά και πυκνά γένια. Καθώς  ο ίδιος ήταν πεζός, έπιασε την κνήμη του Αλεξίου που ήταν έφιππος, τον τράβηξε προς το μέρος του και του ψιθύρισε στο αυτί μια φράση από τους ψαλμούς του Δαβίδ : «Έντειναι και κατευοδού και βασίλευε ένεκεν αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης». Και συμπλήρωσε : « Αυτοκράτορ Αλέξιε». Μόλις είπε τα προφητικά εκείνα λόγια , χάθηκε από τα μάτια τους. Ούτε  κατόρθωσε να τον πιάσει ο Αλέξιος κι ας έστρεφε παντού το βλέμμα του μήπως και τον δεί, κι ας ρίχτηκε στο κατόπι του με χαλαρωμένα εντελώς να γκέμια του αλόγου του , ελπίζοντας πως κάπου θα τον πετύχαινε για να μάθει ποιος ήταν κι από πού. Το πλάσμα που είχαν δει είχε γίνει άφαντο. Όταν επέστρεψε ο Αλέξιος, ο αδελφός του Ισαάκιος άρχισε να τον ρωτάει με επιμονή για το όραμα και ζητούσε να του αποκαλύψει το μυστικό. Στην αρχή ο Αλέξιος δεν έδειχνε να ενδίδει στην επίμονη απαίτηση του Ισαακίου, τελικά όμως του εκμυστηρεύθηκε τα λόγια που του είχαν ειπωθεί μυστικά.  Μιλώντας βέβαια ανοιχτά με τον αδελφό του εξηγούσε ως παραίσθηση τα λόγια που άκουσε κι έλεγε πως είναι φενάκη, όταν όμως έφερνε στο νου του τον σεβάσμιο ιερέα που του είχε παρουσιαστεί , τον παρουσιαστεί, τον παρομοίαζε με τον γιο της βροντής, τον θεολόγο. Ο Ισαάκιος έβλεπε τώρα να επαληθεύονται τα λόγια του γέροντα και να συμβαίνουν στην πραγματικότητα όσα είχε προμαντέψει. Επέμενε λοιπόν πιεστικότερα-πολύ περισσότερο που έβλεπε και τη φλογερή επιθυμία των στρατιωτών να δουν βασιλιά τον Αλέξιο-και τελικά του φόρεσε δια της βίας το πορφυρό σανδάλι. Αμέσως άρχισαν τις επευφημίες οι Δούκες που για πολλούς λόγους υποστήριζαν τον πατέρα μου και κυρίως επειδή η συγγενής τους Ειρήνη και μητέρα μου ήταν νόμιμη σύζυγός του.»
-η συνήθεις επευφημία ήταν «Βασιλεί Ρωμαίων πολλά τα έτη !»-

ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος Κομνηνός με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. εκ βυζαντινού χειρογράφου της Βιβλιοθήκης Βατικανού.



Αλεξιάς, Άννα Κομνηνή, Βιβλίο Β’,Κεφάλαιο VII, εκδόσεις Άγρα.

Τα αρχοντόπουλα μάχονται ηρωικά. ~1090 μ.Χ.

Τα αρχοντόπουλα μάχονται ηρωικά. ~1090 μ.Χ.

«Με την αρχή της άνοιξης φτάνουν στη Χαριούπολη. Ο βασιλιάς, που βρισκόταν τότε στο Βουλγαρόφυγο, δεν είχε πια περιθώρια αναβολής. Απέσπασε λοιπόν ένα μεγάλο μέρος του στρατού του, όλους τους διακεκριμένους πολεμιστές, ακόμα και τους ίδιους τους αρχοντόπουλους, που μόλις είχαν αρχίσει να φυτρώνουν τα γένια τους κι η ορμητικότητά τους ξεπερνούσε κάθε όριο, και τους πρόσταξε να χτυπήσουν από πίσω τους Σκύθες που στεκόταν στο άκρο του συγκροτήματος των αμαξών. Το σώμα των αρχοντόπουλων πρώτος ο Αλέξιος το είχε συγκροτήσει. Επειδή η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν είχε πια στρατό εξαιτίας της αμέλειας των παλιών αυτοκρατόρων μάζεψε από παντού τους γιούς των στρατιωτών που είχαν  πέσει στη μάχη και τους γύμνασε στη χρήση των όπλων και στην τεχνική της μάχης. Τους ονόμασε αρχοντόπουλους σαν να καταγόταν από άρχοντες για να θυμούνται , μέσω του ονόματος , την ευγένεια και την ανδρεία των γονέων τους και να γεμίζει η ψυχή τους ‘θούριδος αλκής’. Έτσι ,όταν οι περιστάσεις θα απαιτούσαν από αυτούς δύναμη και τόλμη, θα επεδείκνυαν κι εκείνοι την πιο μεγάλη ανδρεία. Αυτό λοιπόν, εν συντομία, ήταν το τάγμα των αρχοντόπουλων που αριθμούσε περίπου δύο χιλιάδες στρατιώτες κι έμοιαζε στην όλη σύλληψη με τον παλιό εκείνον ιερό λόχο των Λακεδαιμονίων. Αυτοί λοιπόν οι νεοσύλλεκτοι αρχοντόπουλοι , σταλμένοι από τον βασιλιά, πορευόταν προς τη μάχη. Οι Σκύθες παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους παραφυλάγοντας στους πρόποδες του λόφου, κι όταν τους είδαν να ορμάνε εναντίον των αμαξών, ρίχτηκαν ακάθεκτα εναντίον τους. Ακολουθεί συμπλοκή σώμα με σώμα και πέφτουν , ηρωικά μαχόμενοι, ως τριακόσιοι αρχοντόπουλοι . Πολύ καιρό στέναζε βαθιά για αυτούς ο βασιλιάς κι έχυνε δάκρυα πικρά και τους καλούσε έναν έναν να γυρίσουν σαν να είχαν φύγει για ταξίδι.»
στρατιώτες εκ βυζαντινού χειρογράφου ,Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας,0402_min_01_36v

στρατιώτες εκ βυζαντινού χειρογράφου ,Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας,0402_min_01_71v


Αλεξιάς, Άννα Κομνηνή, Βιβλίο Ζ’, VII, εκδόσεις Άγρα.

Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Ο Κωνσταντίνος συναντά την Παναγία. 29/05/1453

Ο Κωνσταντίνος συναντά την Παναγία. 29/05/1453

«Ο δε ελεεινός βασιλεύς Κωνσταντίνος, καθώς εμπήκαν οι Τούρκοι στο μέρος του Αγίου Ρωμανού, επεριπάτει από τα τείχη και έβλεπε δια τους εχθρούς. Είνε και μετ’ αυτού μερικοί από τους άρχοντας, και προς το δεξιόν μέρος ήτον ένας ναός της Υπεραγίας, και θεωρεί ο βασιλεύς μιαν βασίλισσαν οπού έρχονταν από έξω με πολλούς ευνούχους και εμπήκε μέσα εις τον ναόν. Υπήγε γουν και ο βασιλεύς με τους άρχοντας να ιδούν τι βασίλισσα ήτον εκείνη όπου εμπήκεν εις τον ναόν εκείνον, και εμπήκαν μέσα. Η δε βασίλισσα άνοιξε την ωραία πύλην και εμπήκε μέσα ,και εκάθησεν εις το ιερόν σύνθρονον και έδειξε σχήμα λυπητικόν. Τότε άνοιξε το υπεράγιον αυτής στόμα και είπε προς τον βασιλέα , «Αφόντις μου επαράδοσαν ταύτην την ταλαίπωρον Πόλιν, πολλαίς φοραίς την εγλύτωσα από οργαίς θεϊκαίς, αλλά και τώρα επαρακάλεσα Τον Υιόν μου και Θεόν, και όμως έγινε απόφασις, ότι να παραδοθήτε εις τας χείρας των αλλοτροίων, διότι αι αμαρτίαι του λαού άναψαν τον θυμόν του Θεού. Και λοιπόν άφες το στέμμα της βασιλείας εδώ να το φυλάγω, έως να ευδοκήση ο Θεός να έλθει άλλος να το παραλάβει, και συ ύπαγε να αποθάνεις , ότι έτζι ώρισεν ο Θεός». Και ως ήκουσεν ο βασιλεύς , έγινε περίλυπος, και έβγαλε το στέμμα της βασιλείας και το σκήπτρον οπού εβάστα εις το χέρι, και τα έβαλεν επάνω εις την αγίαν τράπεζαν, και εστάθει μετά δακρύων και είπεν , « Ω δέσποινά μου, επειδή δια τας αμαρτίας μου εξεγυμνώθηκα την τιμήν της βασιλείας και χάνω και την ζωήν μου, ιδού παραδίδωμι και την ψυχήν μου εις τας χείρας σου, καθώς σε επαρέδωκα και το στέφος της βασιλείας». Τότε απεκρίθει η κυρία των αγγέλων « Κύριος ο Θεός να αναπαύσει την ψυχήν σου μετά των αγίων αυτού». Ο δε βασιλεύς έβαλε μετάνοιαν, και υπήγε να φιλήσει το γόνυ αυτής, και εκείνη έγινε άφαντος μετά των ευνούχων, οίτινες ήσαν οι άγγελοι. Αλλά ουδέ το στέμμα ουδέ το σκήπτρον ευρέθησαν εκεί οπού το άφησε , διότι το επήρεν η κυρία Θεοτόκος να το φυλάγει έως ότου να γένει έλεος εις το ταλαίπωρον γένος των Χριστιανών. Ταύτα εξηγήθησαν τινες Χριστιανοί ύστερον, παρόντες εκεί όπου είδαν το θαύμα. Τότε εβγήκε ο βασιλεύς γεγυμνωμένος της βασιλείας, και υπήγε μετά των αρχόντων αυτού, βλέποντες από τα τείχη τους εχθρούς, και εσύναξαν και εσυναπαντήθει με μερικούς Τούρκους, και, δώσας πόλεμον μετ’αυτών , ενικήθη, και έκοψαν αυτόν ομού με τους άρχοντας αυτού, και ήφεραν την κεφαλή του ελεεινού βασιλέως εις τον σουλτάνον και εχάρη μεγάλως.»



εικόνα από το ΡΩΜΑΙΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ, orthodoxia-ellhnismos.gr

Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως
Παρισιανός Κώδιξ, suppl. Grec 467.
Νέος Ελληνομνήμων, Τόμος Ε΄,τεύχος Β-Γ, σ. 249

Αινίγματα Μιχαήλ Ψελλού, Α΄. άγγελος,σελήνη,χρόνος,καπνός,αγκινάρα,όνυξ,δέρμα προβάτου,θαύμα εν τη Ερυθρά,έρως,γραφίς.


Αινίγματα Μιχαήλ Ψελλού, Α΄
ΤΟΥ ΣΟΦΩΤΑΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΕΡΤΙΜΟΥ
ΨΕΛΛΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΜΙΧΑΗΛ ΤΟΝ ΔΟΥΚΑΝ
ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ
ο Μιχαήλ Ψελλός και ο Μιχαήλ Ζ' Δούκας, εκ βυζαντινού χειρογράφου του Αγίου Όρους.

α΄-Άγγελος
«Έστι τι ζώον λογικόν, δέσποτα στεφηφόρε,
Ορών, ούκ έχον οφθαλμούς, εκτός ποδών βαδίζον,
Εστερημένον κεφαλής, ακέραιον τας φρένας,
Πνεύμονος άτερ και λοβών, καρδίας και κοιλίας,
Εστερημένον του παντός ,τίνος ου λελειμμένον.
Τι τούτο; Φράσον, έξειπε, λέξον, δήλωσον, γράψον,
Ως συνετός, ως νουνεχής, ως υπερφέρων πάντων.»
β΄-Σελήνη
«Σφαίρα τις υπέρ της γής, πετάλοις σκεπομένη,
Ύπτιος επανάκειται, ύδατος πεπλησμένη,
Καιρώ προσφόρω λάμπουσα, πάλιν μαραινομένη,
Όλω τω χρόνω λάμπουσα, φθίσιν ου δεχομένη
Αλέαν αποτίκτουσα, σβεννύουσα την ζέσιν
Τοίς ευπαθούσι πρόσφορος, τοις δυσπαθούσι πλέον,
Νοσήματος γεννητική, λυτήριον της νόσου,
Τις αύτη, πορφυρόβλαστε ; της λύσεως τις λόγος ;»
γ΄-Χρόνος
«Είδον αρρήτος όμμασι, δέσποτα στεφηφόρε,
Νέον , πρεσβύτην εν ταυτώ τέλειον λελειμμένον,
Υψιπετή και χθαμαλόν , κλονούμενον, εδραίον,
Φωτίζοντα, σκοτίζοντα, τέμνοντα, συνουλούντα,
Τους μεν εκ γης ανάγοντα, τους δε προς γην κρατούντα,
Και σώζοντα, και τη φθορά της ύλης συμπηγνύντα.»
δ΄-Καπνός
«Ειμί πατρός λευκοίο μέλαν τέκος, άπτερος όρνις,
Άχρι και ουρανίων ιπτάμενος νεφέων
Κούραις δ’απτομένησιν απενθέα δάκρυα τίκτω
Ευθύ δε γεννηθείς λύομαι εις ανέμους.»
ε΄-Αγκινάρα ή Μήκων
«Εγκέφαλον φορέω κεφαλής άτερ, ειμί δε χλωρή
Αυχένος εκ δολιχού γήθεν αειρομένη
Σφαίρη δ’ως υπε΄ρ αυλόν εείδομαι, ήν δε ματεύσης,
Ένδον εμών λαγόνων μητρός έχω πατέρα.»
ς’-Όνυξ
«Ανθρώπου μέρος ειμί , ό και τέμνει με σίδηρος
Γράμματος αιρομένου, δύεται ηέλιος.»
ζ΄-Δέρμα προβάτου.
«Έζων ότ’έζων, πλήν λόγου παντός δίχα
Έθανον άρτι ,και γέμω παντός λόγου.»
η΄-Το εν τη Ερυθρά θαύμα του Μοϋσέως.
«Ξύλου μεν η κλείς, η δε κιγκλίς υδάτων.
Διέδρα λαγώς, και κύων συνεσχέθη.»
θ΄-Έρως
«Πτερωτός ειμι, τοξότης και πυρφόρος,
Διπλή με συντέθεικε δυάς γραμμάτων,
Μονάς τε διπλή συλλαβών. Το παν μάθε
Της γουν κορυφής ηρμένης των γραμμάτων,
Τοις βαρβάροις πέφυκα συντεταγμένος
Αν δ’ημισευθώ , σώματος δηλώ μέρος.»
ι΄-Γραφίς
«Ουδείς σπορεύς μου, και φύω σποράς δίχα
Τρέφει με πέτρα, και καλούμαι προς τόδε.
Τέμνει σίδηρος, εις δέον τε λεπτύνας,
Ανήρ χαραγμόν ευφυώς ποιεί μέσον,
Υγρόν ζοφώδες εκρέει μου συχνάκις,

Το δ’εκτελεσθέν τίμιον βροτοίς πέλει.»

Boissonade-Anecdota-Graeca-T3-1831