Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Το γεύμα αγωνίας για τους Κομνηνούς.

Το γεύμα αγωνίας για τους Κομνηνούς.

 « Οι Τούρκοι είχαν μόλις κυριεύσει την Κύζικο (στην ασιατική ακτή της θάλασσας του Μαρμαρά) κι ο αυτοκράτορας, μόλις έμαθε την άλωση της πόλης, έστειλε αμέσως να φωνάξουν τον Αλέξιο Κομνηνό. Την ημέρα εκείνη έτυχε να έχει πάει στο παλάτι ο Ισαάκιος. Μόλις είδε τν αδελφό του να μπαίνει παρά τη συμφωνία τους, τον πλησίασε και τον ρώτησε τι τον έκανε να έλθει. Ο Αλέξιος του εξήγησε αμέσως το λόγο: « ήλθα», είπε, « γιατί ο βασιλιάς με προσκάλεσε». Μπήκαν λοιπόν κι οι δυό μαζί κι έκαμαν την καθιερωμένη προσκύνηση. Ήταν ήδη η ώρα του γεύματος κι ο βασιλιάς, αφού τους ζήτησε να περιμένουν για λίγο, τους πρόσταξε να γευματίσουν μαζί του. Χωρίστηκαν εκείνοι και κάθισαν αντικριστά ο ένας στα δεξιά κι ο άλλος στα αριστερά του τραπεζιού. 
Σε λίγο έριξαν το βλέμμα τους στους συνδαιτυμόνες και τους είδαν να ψιθυρίζουν σκυθρωποί μεταξύ τους. Φοβήθηκαν μήπως οι δούλοι (2 δούλοι του Νικηφόρου Βοτανειάτη που τον είχαν κάνει υποχείριό τους)  τους είχαν ετοιμάσει κάποιο ξαφνικό χτύπημα κι ότι ο κίνδυνος ήταν άμεσος. Μην ξέροντας τι να κάμουν, κοίταζαν στα κλεφτά ο ένας τον άλλον. Όλους τους ανθρώπους του βασιλιά οι Κομνηνοί τους είχαν πάρει με το μέρος τους είτε με γλυκόλογα είτε με φιλοφρονήσεις είτε με εκδουλεύσεις κάθε λογής. Έτσι, με διάφορες εκδουλεύσεις, είχαν κερδίσει και τον ίδιο τον αρχιμάγειρο τους βασιλιά και τον είχαν κάμει να τους βλέπει με πολύ καλό μάτι. Αυτόν ακριβώς τον αρχιμάγειρο πλησίασε ένας από τους υπηρέτες του Ισαακίου Κομνηνού και του είπε: « Ανάγγειλε στον κύριό μου την άλωση της Κυζίκου, μόλις έφτασε το γράμμα από εκεί που το λέει». 

Ο άλλος, καθώς παρέθετε τα φαγητά στο τραπέζι, ανακοίνωσε ψιθυριστά στον Ισαάκιο όσα του είχε πει ο υπηρέτης. Εκείνος ,μόλις κινώντας τα χείλη , κοινοποίησε στον αδελφό του την είδηση. Ο Αλέξιος , πνεύμα οξύ που έπιανε και πουλιά στον αέρα, άρπαξε στη στιγμή την πληροφορία. Ανάσαναν λοιπόν κι οι δυό και τους πέρασε η αγωνία. Ξαναβρήκαν την ψυχραιμία τους κι άρχισαν να συλλογίζονται. Ήθελαν να έχουν έτοιμη την απάντηση αν τους ρωτούσε κανείς γι’ αυτό και επίσης να δώσουν την πρέπουσα συμβουλή αν ο ίδιος ο βασιλιάς τους ζητούσε τη γνώμη τους. Κάτι τέτοια συλλογίζονταν τη στιγμή που ο αυτοκράτορας έστρεψε σ’ αυτούς το βλέμμα του και, με την ιδέα ότι δεν ήξεραν τίποτε, τους ανήγγειλε την άλωση της Κυζίκου. Κι αυτοί (επειδή ήταν τώρα έτοιμοι να παρηγορήσουν τον βασιλιά που αναστατωνόταν κάθε φορά που κυριευόταν μια πόλη) αναπτέρωσαν το ηθικό του αυτοκράτορα κι έχυσαν βάλσαμο στην ψυχή του εγγυώμενοι ότι η πόλη εύκολα θα ελευθερωνόταν. « Φτάνε εσύ να είσαι καλά», του είπαν. «Όσο για τους πολιορκητές της πόλης, θα τους ανταμείψουμε με χίλιες φορές χειρότερα από όσα έκαμαν» Μαγεύτηκε με τα λόγια τους ο βασιλιάς. Μετά το γεύμα, τους επέτρεψε να αποσυρθούν και πέρασε ξένοιαστος την υπόλοιπη μέρα του.

 Από τότε οι Κομνηνοί φρόντιζαν να πηγαίνουν συχνότερα στο παλάτι και να κατακτούν όλο και περισσότερο τη συμπάθεια των ανθρώπων του βασιλιά και να μη δίνουν καθόλου λαβή ούτε να παρέχουν την παραμικρή αφορμή αντιπάθειας στους επίβουλους εχθρούς του. Κέρδιζαν έτσι τη συμπάθεια όλων και τους κατάφερναν να διάκεινται φιλικά και να λένε τα καλύτερα λόγια για αυτούς.»
Ο αυτοκράτωρ Ρωμαίων Αλέξιος Α' Κομνηνός . Vat.gr.666






Αλεξιάς, Άννα Κομνηνή,Βιβλίο Β’,ΙΙΙ. Εκδόσεις ΑΓΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου