Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Το τέλος του Λουκά Νοταρά και Ισαάκ. Ο σουλτάνος ζητά να ασελγήσει στον γιο του Νοταρά.

Ο σουλτάνος ζητά να ασελγήσει στον γιο του Νοταρά. Το τέλος του Λουκά Νοταρά και Ισαάκ.
3 Ιουνίου 1453.

« Αφού ο τύραννος περιόδευσε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, κατέληξε στα διαμερίσματα του παλατιού, όπου έστησε φαγοπότι για να διασκεδάσει. Βούλιαξε λοιπόν στο κρασί και μέθυσε, και στη συνέχεια φώναξε τον αρχιευνούχο του και τον πρόσταξε : « Πήγαινε στο σπίτι του μεγάλου δούκα και πές του : ‘’ είναι διαταγή του ηγεμόνα να στείλεις τον γυιό σου τον μικρότερο στο συμπόσιο’’». Το αγόρι ήταν πανέμορφο, μόλις δεκατεσσάρων χρονών. Σαν άκουσε την προσταγή αυτή ο πατέρας του παιδιού κέρωσε  σαν νεκρός, το πρόσωπό του παραμορφώθηκε και είπε στον αρχιευνούχο : « Δεν αρμόζει στην αγωγή μου να παραδίδω εγώ με τα ίδια μου τα χέρια το παιδί μου για να μιανθεί από κάποιον. Καλύτερα επομένως να στείλει τον δήμιο για να μου πάρει το κεφάλι » . Ο αρχιευνούχος τον συμβούλεψε να παραδώσει το αγόρι, για να μην αρπάξει φωτιά από τον θυμό του ο τύραννος. Εκείνος αντιθέτως δεν πείστηκε και του είπε : « αν θέλεις να το πάρεις εσύ και να φύγεις, πάρ’ το και φύγε. Εγώ όμως να σου το παραδώσω με την ίδια μου την θέληση , είναι κάτι που δεν θα γίνει ποτέ». Τότε ο αρχιευνούχος επέστρεψε στον ηγεμόνα και του μετέφερε όσα του είπε ο μεγάλος δούκας, ιδιαίτερα μάλιστα πως δεν θέλησε να παραδώσει το αγόρι. Ο τύραννος θύμωσε και είπε στον αρχιευνούχο : « Πάρε τον δήμιο μαζί σου και πήγαινε να μου φέρεις εδώ το παιδί. Ο δήμιος να φέρει μπροστά μου τον δούκα και όλα του τα παιδιά
Μόλις επέστρεψαν και ο δούκας πληροφορήθηκε την εντολή, φίλησε τα παιδιά και τη γυναίκα του και ξεκίνησε μαζί με τον δήμιο. Τον ακολούθησαν ο γυιός και ο γαμπρός του ο Καντακουζηνός. Ο αρχιευνούχος πήρε το παιδί κοντά του. Παρουσιάστηκε στον ηγεμόνα και του έδειξε το αγόρι. Όταν ο τύραννος έμαθε ότι οι άλλοι στέκονταν στην πύλη του ανακτόρου, έδωσε διαταγή στον δήμιο να τους κόψει τα κεφάλια με το σπαθί. Ο δήμιος τους πήγε λίγο πιο πέρα από το παλάτι και τους ανακοίνωσε την διαταγή. Ο γυιός ακούγοντας την εντολή του σφαγιασμού τους άρχισε να κλαίει. Ο πατέρας του , ωστόσο, ορθώθηκε με γενναιότητα, έδωσε θάρρος στους νέους, στηρίζοντας τους το φρόνημα με τα παρακάτω λόγια : « Παιδιά μου, είδατε πως κατά τη χθεσινή ημέρα και μόνον, όλα τα δικά μας σκόρπισαν στον άνεμο, ο ατελείωτος πλούτος μας και η επιβλητική δόξα που απολαμβάναμε σε αυτήν την μεγαλούπολη και, μέσω αυτής, σε όλη τη χριστιανική οικουμένη. Σήμερα όμως, τούτη τη στιγμή, τίποτε άλλο δεν μας έχει απομείνει παρά η ζωή μας. Και αυτή όμως δεν είναι αιώνια. Κάποτε ,σύντομα, όλοι πεθαίνουμε. Πως θα πεθάνουμε όμως; Στερημένοι από τα αγαθά που χάσαμε, από την δόξα και την τιμή, την αρχοντιά μας, περίγελος όλων, καταφρονημένοι, κουρελιάρηδες, μέχρι που να μας πάρει ο θάνατος από τον κόσμου τούτο ατιμασμένους. Που πήγε ο βασιλιάς μας; Δεν τον έσφαξαν χθες; Που πήγε ο συμπέθερός μου και πατέρας σου , ο μέγας δομέστικος; Που ο Παλαιολόγος και ο πρωτοστάτορας με τους δύο του γυιούς; Δεν σφαγιάστηκαν χθες στον πόλεμο; Μακάρι να είχαμε και εμείς πεθάνει μαζί τους. Αλλά και αυτή η ώρα είναι καλή, ας μη λιγοψυχήσουμε. Ποιος άλλωστε ξέρει, αν τα όπλα του διαβόλου, σαν καθυστερούσαμε και άλλο εδώ, δεν μας πλήγωναν με τα δηλητηριασμένα τους βέλη. Να ο δρόμος είναι ανοιχτός. Στο όνομα του Εσταυρωμένου, Εκείνου που πέθανε και αναστήθηκε για τις αμαρτίες μας, ας πεθάνουμε για να απολαύσουμε μαζί Του τις ευλογίες Του». Τούτα ήταν τα λόγια του για να ενθαρρύνει τους νέους, που αμέσως εγκαρδιωμένοι προετοιμάστηκαν να πεθάνουν. Είπε μετά στον δήμιο : « Κάνε αυτό που σε διέταξαν, αρχίζοντας από τους νέους». Ο δήμιος υπάκουσε και έκοψε τα κεφάλια των νέων, ενώ ο δούκας στεκόταν ακίνητος ψελλίζοντας  : « Ευχαριστώ σοι, Κύριε» και « Δίκαιος εί, Κύριε» . Αμέσως μετά, είπε στον δήμιο: « Αδελφέ, δώσε μου λίγη ώρα για να μπώ στην εκκλησία να προσευχηθώ».
Υπήρχε στο σημείο εκείνο μια μικρή εκκλησία. Ο άλλος του έδωσε την άδεια και αυτός εισήλθε στον ναό και προσευχήθηκε. Κατόπιν  βγήκε έξω από την πόρτα της εκκλησίας, όπου είδε εμπρός του τα σώματα των παιδιών του να σπαρταρούν ακόμα ! Δοξολόγησε και πάλι τον Θεό, γονάτισε και του έκοψαν το κεφάλι. Στη συνέχεια, ο δήμιος πήρε τις κεφαλές τους και επέστρεψε στην αίθουσα του συμποσίου, παρουσιάζοντάς τες στον αιμοβόρο κτήνος. Είχε αφήσει πίσω του γυμνά και άταφα τα σώματά τους.»
Ο Λουκάς Νοταράς αποχαιρετά τη γυναίκα του, για να σφαγιαστεί . https://antexoume.files.wordpress.com/2014/05/7mage0000140a.jpg

-Ο μικρότερος γυιός του ονομαζόταν Ισαάκ. Οι άλλοι δύο είχαν δραπετεύσει στη Ρώμη.-

Βυζαντινοτουρκική Ιστορία, Μιχαήλ Δούκας, κεφάλαιο XL, εκδόσεις Κανάκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου