Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Ο ήρωας Αλέξιος Α' Κομνηνός ! ~1081 μ.Χ.

Ο ήρωας Αλέξιος Α' Κομνηνός ! ~1081 μ.Χ.

''Ο Ρομπέρτος εξάλλου , έφτασε στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, όπου βρισκόταν η βασιλική σκηνή και όλα τα εφόδια του ρωμαϊκού στρατεύματος. Από εκεί έστειλε τους πιο γενναιόκαρδους στρατιώτες του να καταδιώξουν τον βασιλιά κι ο ίδιος έμεινε να ονειρεύεται τη σύλληψη του αυτοκράτορα. Τέτοιες σκέψεις φλόγιζαν την αλαζονική ψυχή του. Κι αυτοί τον καταδίωξαν με τόλμη ως μια τοποθεσία που οι ντόπιοι τη λένε Κακή Πλευρά. Και να πως είναι :από κάτω κυλάει ένας ποταμός ονομαζόμενος Χαρζάνης κι από πάνω της υψώνεται βράχος ψηλός. Ανάμεσα τους τον πρόλαβαν οι διώκτες του, τον χτύπησαν με τα δόρατα από τα αριστερά ( εννιά ήταν όλοι μαζί) και τον ανάγκασαν να γείρει προς την άλλη πλευρά. Θα είχε πέσει αμέσως αν δεν προλάβαινε να στηριχτεί μπήγοντας στο χώμα το ξίφος που κρατούσε στο δεξί του χέρι. Αλλά και η κόψη του σπιρουνιού του, καθώς σφηνώθηκε στο κάτω μέρος της σέλας , το λεγόμενο υπόστρωμα, δεν τον άφησε να πέσει. Ο ίδιος αρπάχτηκε από τη χαίτη του αλόγου και κατόρθωσε να κρατηθεί. Κάποια θεία δύναμη πάντως τον βοηθάει σώζοντάς τον, κατά παράδοξο τρόπο ,με το χέρι των εχθρών του. Κάνει να ξεφυτρώσουν άλλοι Κέλτες με υψωμένα εναντίον του τα δόρατα , οι οποίοι ,χτυπώντας τον από τη δεξιά πλευρά, σήκωσαν ολωσδιόλου τον πολεμιστή βασιλιά και τον έκαμαν να ξαναβρεί την ισορροπία του. Σαν θαύμα παράδοξο ήταν το θέαμα : άλλοι πάσχιζαν να τον ανατρέψουν από τα αριστερά, κι άλλοι από τα δεξιά, προσπαθώντας να καρφώσουν τα δόρατα στα πλευρά του, σαν να εναντιώθηκαν στους πρώτους και , αντισταθμίζοντας με δόρατα την ώθηση των δοράτων , τον συγκρατούσαν όρθιο. Και εκείνος, σταθερά πια καθισμένος, έσφιξε ανάμεσά στους μηρούς του το άλογο και μαζί τη σέλα. Τότε έγινε κάτι που απέδειξε πόσο ευγενικής ράτσας ήταν το άλογο εκείνο . Ούτως ή άλλως βέβαια ήταν ορμητικό και ευκίνητο κι επίσης καλογυμνασμένο και μαχητικό (το είχε πάρει παλιά από τον Βρυέννιο μαζί με την πορφυρή του σέλα όταν τον αιχμαλώτισε σε μάχη βασιλεύοντος ακόμα του Νικηφόρου Βοτανειάτης), τώρα όμως, για να το πω πιο σύντομα, σηκώνεται στον αέρα και, ανάλαφρο σαν φτερωτό, ή όπως λέει ο μύθος, με του Πηγάσου τα φτερά, πάει και στέκεται πάνω στο βράχο που είπα πρίν. Σγουρίτζη το έλεγε ο Βρυέννιος το άλλο εκείνο. Τα δόρατα των βαρβάρων χτυπούσαν τώρα στο κενό : άλλα τους έπεσαν από τα χέρια κι άλλα, που είχαν διαπεράσει τη πανοπλία του βασιλιά, έμειναν κρεμασμένα κι ακολούθησαν τον μετεωρισμό του αλόγου . Κι εκείνος έκοψα τα δόρατα που έσερνε μαζί του. Η ψυχή του δεν είχε ταραχτεί, κι ας βρέθηκε σε τόσα δεινά, ούτε θόλωσε ο νους του, μα στη στιγμή σκέφτεται το καλύτερο και- το πιο ανέλπιστο- ξεφεύγει από τον κλοιό. Όσο για τους Κέλτες, είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό, εμβρόντητοι με αυτό που είχε συμβεί, γιατί στα αλήθεια ήταν καταπληκτικό, και βλέποντάς τον να φεύγει από άλλο δρόμο, άρχισαν πάλι την καταδίωξη. Για ώρα πολλή κάλπαζε αυτός μπροστά κι οι στρατιώτες τον κυνηγούσαν από πίσω, μα ξαφνικά τραβάει τα χαλινάρια ,βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν από τους διώκτες του και τον καρφώνει με το δόρυ του στο στέρνο , εκείνος πέφτει αμέσως ύπτιος καταγής. Ο βασιλιάς έστρεψε πάλι το άλογό του και συνέχισε να καλπάζει .Σε λίγο βλέπει μπροστά του ένα πλήθος Κέλτες από αυτούς που καταδίωκαν τις ρωμαϊκές δυνάμεις. Τον είδαν κι εκείνοι από μακριά και στάθηκαν ο ένας πλάι στον άλλον θέλοντας να ξεκουράσουν τα άλογά τους, αλλά και με τον πόθο να τον αιχμαλωτίσουν για να τον πάνε ως ένα είδος λάφυρο στον Ρομπέρτο. Ο βασιλιάς , που πάλευε να ξεφύγει από τους Κέλτες που τον κυνηγούσαν από πίσω και ήδη έβλεπε άλλους μπροστά του, είχε χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας. Παρ’ όλα αυτά, συγκέντρωσε τις δυνάμεις του και, βλέποντας στη μέση των αντιπάλων κάποιον που το ανάστημά και η λαμπρή του πανοπλία του έδωσαν την εντύπωση πως ήταν ο Ρομπέρτος, σταματάει το άλογο και ρίχνεται εναντίον του, αλλά κι εκείνος από την πλευρά του κατηύθυνε το δόρυ προς αυτόν. Κι οι δύο μαζί διατρέχουν καλπάζοντας το διάστημα που τους χωρίζει κι ορμάνε ο ένας εναντίον του άλλου. Πρώτος ο αυτοκράτορας , στοχεύοντας σωστά, τον πλήττει με το δόρυ, αυτό περνάει μέσα από τα σπλάχνα του και βγαίνει από τη ράχη. Τον βάρβαρο παρευθύς τον δέχτηκε το χώμα και στη στιγμή ξεψύχησε , το χτύπημα ήταν θανατηφόρο. Από εκεί και πέρα ο βασιλιάς, καθώς οι γραμμές των αντιπάλων του είχαν διαχωριστεί, πέρασε ανάμεσά τους: με τη σφαγή εκείνου του βαρβάρου είχε βρει τη σωτηρία. Οι άλλοι, αμέσως μόλις είδαν τον σύντροφό τους χτυπημένο και ριγμένο καταγής, μαζεύτηκαν ολόγυρα στο ξαπλωμένο και άρχισαν να θρηνούν. Αλλά κι αυτοί που καταδίωκαν από πίσω τον βασιλιά ξεπέζευσαν όταν τους είδαν και, αναγνωρίζοντας τον σκοτωμένο , άρχισαν να χτυπιούνται και να μοιρολογούν. Δεν ήταν βέβαια ο Ρομπέρτος , αλλά ήταν πάντως κάποιος επιφανής, ο δεύτερος μετά από εκείνον.Κι ενώ αυτοί ήταν έτσι απασχολημένοι ,ο βασιλιάς συνέχισε το δρόμο προς τα εμπρός.''
εικόνες Αλεξίου Κομνηνού, εκ βυζαντινού χειρογράφου Βατικανής Βιβλιοθήκης



Αλεξιάς Άννα Κομνηνή , Βιβλίο Δ’ , VII, εκδόσεις Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου